Του Στέλιου Τάτση
Η ιστορία που θα διαβάσετε μοιάζει σαν παραμύθι αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή . Την έζησα πριν 20 χρόνια περίπου. Στην βόρεια Ν.Υόρκη είχα μια φάρμα την οποίαν απολαμβάναμε για πολλά χρόνια, τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες γιορτές όλη η οικογένεια. Πολλές φορές πήγαινα με δυό φίλους κολλητούς, τον Γιάννη τον Πετράκη
και τον Γιάννη τον Καμπουράκη. Ο πρώτος ήταν καθηγητής Οικονομικών και ο δεύτερος επιχειρηματίας, χαρισματικός χιουμορίστας, πραγματικός γελωτοποιός. Κάθε φορά που πηγαίναμε στα βουνά, το γέλιο άρχιζε με το ξεκίνημα και τελείωνε με την επιστροφή.
Εκείνη την χρονιά που ζήσαμε και την ιστορία ήταν παραμονές Χριστουγέννων  και πρίν από μέρες είχαμε σχεδιάσει να πάμε να μείνουμε δυό μέρες να κόψουμε και τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα και να επιστρέψουμε. Μέσα μας κρατούσαμε και μια κρυφή ελπίδα να δούμε το τοπίο χιονισμένο. Εκείνο το πρωινό σκοτεινά ακόμη ανταμώσαμε στο σπίτι μου και ξεκινήσαμε με ένα Cherokee τζίπ που είχα τότε. Με το που ανταμώσαμε πιάσαμε τα γέλια με την σκέψη για το τι θα ακολουθούσε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, κάναμε σαν μικρά παιδιά. Περάσαμε τις δυό μεγάλες γέφυρες Τhrogs Neck και George Washington που μέσα στην νύκτα έμοιαζαν με κρεμαστά τέρατα, πάνω στα οποία περπατούσαν αμέτρητες κατσαρίδες (αυτοκίνητα) και μπήκαμε στην Νέα Υερσέη και από εκεί την ανηφόρα για τον προορισμό μας.
Ήταν συννεφιά και το κρύο τσουχτερό, όλα έδειχναν πως θα χιόνιζε και πως η ελπίδα μας θα γινότανε πραγματικότητα. Μετά τις γέφυρες μας βρήκε το ξημέρωμα και με μεγάλη μας χαρά βλέπαμε να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες που όσο ανεβαίναμε βόρεια πύκνωναν. Κατά τις εννέα η ώρα φθάσαμε στο χωριό Ρόσκο που ήταν πάντα ο ενδιάμεσος σταθμός μας. Συμπληρώναμε καύσιμα και τρώγαμε πρωινό στο DINER που το είχαν Έλληνες από την Κεφαλλονιά. Με το που μπήκαμε και μας είδαν έκαναν χαρούλες γιατί ήξεραν πως
τους φέρναμε εφημερίδες και πως θα μάθαιναν νέα από την Αστόρια και την Πατρίδα δίψαγαν για συζήτηση. Μας είδε και η ανηψιά τους η Άρτεμις με τα κόκκινα μάγουλα που όταν γελούσε σχημάτιζαν δυο βούλες που τις έδιναν περισσότερη χάρη και ομορφιά. Μας καλωσόρισε και μας τράταρε ζεστό Αμερικάνικο καφε που τον είχαμε ανάγκη. Γνώριζε τι θα θέλαμε να φάμε από τις προηγούμενες φορές κι’ έτρεξε στην κουζίνα για να δώσει την παραγγελία στον μάγειρα. Σε λίγο επέστρεψε συνάμενη κουνάμενη κρατώντας τρεις ξεγηρισμένες ομελέτες με καπνιστό χειρομέρι και πατάτες τηγανιτές. Από το παράθυρο βλέπαμε πως ο χιονιάς δυνάμωνε  και χαμογελάγαμε για το ποθούμενο που ερχότανε.
Ευχαριστίσαμε όλους και συνεχίσαμε το ταξίδι προς τα βόρεια. Κατά τις 11.30 πλησιάζαμε στο σπίτι , ήδη όλοκληρη η φύση ήταν ντυμένη στά λευκά. Περάσαμε έξω από το σπίτι του φαρμαδόρου που φρόντιζε το σπίτι μου  και καθάριζε τον διάδρομο. Ήταν στην αυλή του και καθάριζε μερικά κρεμασμένα ελάφια που του είχαν αφήσει κάποιοι κυνηγοί. Ήλθε κοντά μας καλωσόρισε και μου είπε πως το σπίτι είναι έτοιμο, το καλοριφέρ και η ξυλόσομπα αναμένα. Του έδωσα ένα πακέτο αμυγδαλωτά όπως πάντα κι’εκείνος μου έδωσε μερικα φιλέτα που είχε κλέψει από τα ελάφια που καθάριζε. Σε λίγα λεπτά παρκάραμε στο
διάδρομο του σπιτιού.
Το σπίτι ήταν μεγάλο ευρύχωρο  και με την αναμένη ματεμένια σόμπα είχε γίνει φούρνος. Η κουζίνα πολύ μεγάλη και γύρω γύρω τζαμαρία. Κουρασμένοι από το ταξίδι είπαμε να πιούμε ένα καφέ και να πάμε στο σουπερμάρκετ του χωριού για τις προμήθειες του διημέρου.
Καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας που ήταν σε μια γωνιά της ανάμεσα σε δυό τζαμαρίες, ήταν η αγαπημένη μας γωνιά, η Νίνα την είχε ονομάσει κόζι κόρνερ. Πίναμε τον καφέ μας και απολαμβάναμε την Θεά θέα. Παραμονές Χριστουγέννων η φύση ντύθηκε σε όλο της
το μεγαλείο να υποδεχτεί τον  Θεάνθρωπο τον Χριστούλη μας.
Μπροστά στο σπίτι ήταν μια αγριοκερασιά όπου  blue birds  και κατακόκκινοι καρδινάλιοι με λοφίο στο κεφάλι πηδούσαν από κλαδί σε κλαδί και με μουσικούς φθόγγους δοξολογούσαν τον πλάστη τους. Πεινάνε τα καημένα λέγει ο Καμπουράκης συγκινημένος, ο Γιάννης ήταν
ο Πειραιώτης μάγκας (με την καλή ένοια) με πολύ μεγάλες ευαισθησίες. Στην αποθήκη που είχα τα ξύλα είχα μια σακούλα με σπόρια, πήρα και ένα μεγάλο χαρτόνι το έβαλα κάτω απο το δένδρο και έριξα τα σπόρια. Σε χρόνο μηδέν το δένδρο έμοιαζε σαν ένα μπουκέτο με πολύχρωμα πουλιά, απορούσαμε που βρέθηκαν πως το μυρίστηκαν λες πως τα λίγα έκαναν γενικό κάλεσμα. Αφού έφαγαν και χόρτασαν άρχισαν να έρχονται στην τζαμαρία να τιτιβίζουν και με τα Ράμφος τους να χτυπούν το τζάμι. Κοίταξε ρε Γιάννη αν είναι και
πουλιά ήλθαν να μας ευχαριστήσουν, να μας δείξουν την ευγνωμοσύνη τους είπε ο Καμπουράκης στον καθηγητή, αφήνοντας ένα δάκρυ να κοιλήσει στο προσωπό του που έγινε αιτία να συγκοινηθούμε όλοι. Λόγω της συννεφιάς η μέρα άρχισε να γίνεται σκούρη και έπρεπε να βιαστούμε να κάνουμε τα ψώνια μας. Πήγαμε στο χωριό και παρκάραμε στο σουπερμάρκετ.
Μολις μπήκαμε μέσα βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια ζωντανή εικόνα που δεν μπορείς να την περιγράψεις αν δεν την ζήσεις. Μια γυναίκα ήταν με δυό σακουλίτσες στο ταμείο για να πληρώσει και να φύγει. Ξαφνικά πετάχτηκε κοντά της ένα μικρό κοριτσάκι κρατώντας στα χεράκια του τρία βιβλιαράκια με Χριστουγεννιάτικες ιστορίες και της ζήτησε να τα πληρώσει, ήταν η Μητέρα της η οποία θύμωσε και της είπε να τα πάει πίσω. Η μικρή άρχισε να κλαίει κυριολεκτικά σπάραζε , σπάραζε τόσο πολύ που έκανε να πονά και η δική μου καρδια. Μάμι , Μάμι πληρωσέ τα σε παρακαλώ αυτά θα είναι το Χριστουγεννιάτικό μου δώρο δεν θέλω τίποτα άλλο. Δεν έχουμε χρήματα, είμεθα φτωχοί της απάντησε της άρπαξε τα βιβλιαράκια και τα έβαλε πίσω στο ράφι.
Η μικρή κάθισε στο πάτωμα συνέχισε να κλαίει και να την παρακαλεί. Την άρπαξε από το χέρι η Μητέρα της και σούρνοντάς την την έβγαλε έξω. Η αντιδρασή μου ήταν ακαριαία έτρεξα γρήγορα γρήγορα, μάζεψα όλα τα βιβλιαράκια που ήταν στο ράφι , τα πλήρωσα και πετάχτηκα έξω για να προλάβω. Είχαν μπεί στο αυτοκίνητο και ήταν έτοιμες να φύγουν, έκανα νόημα στην Μητέρα να ανοίξει το παράθυρο, το άνοιξε, η μικρή συνέχιζε ακόμη να κλαίει. Μην κλαίς της λέγω και την ρώτησα αν πιστεύει στον SANTA CLAUS στον Άγιο Βασίλη  και δακρυσμένη μου απήντησε μεγαλοφώνως YES, μάλιστα κύριε πιστεύω , άπλωσα το χέρι μου και της έδωσα την σακούλα με τα βιβλιαράκια λέγοντάς της : “Αυτά είναι από τον SANTA CLAUS”.
Αυτό που έγινε είναι άλλη μια εικόνα που δύσκολα περιγράφεται , Μητέρα και μικρή πετάχτηκαν από το αυτοκίνητο με αγκάλιαζαν , με φιλούσαν και με ευχαριστούσαν για ένα ασήμαντο δώρο για μένα αλλά πολύ σημαντικό για εκείνες. Κλαίγαμε όλοι μαζί από χαρά, εκείνες , εγώ, οι φίλοι μου και όλοι οι χωριανοί που αντελήφθησαν τι συνέβη.
Βλέπετε λοιπόν πως η “ ευτυχία “ δεν βρίσκεται στα πολλά αλλά στην ψυχική δύναμη του καθενός μας. Άλλος δίνει λίγα αλλά όταν τα δίνει δακρύζει από χαρά ικανοποίηση και τροφοδωτείται με την καλύτερη τροφή η ψυχή του και άλλος  δίνει πολλά αλλά του τα πετάει σαν να είναι σκυλί… Δεν  αποκομίζει τίποτα στον εσωτερικό του εαυτό γιατί δεν έχει βιώματα δεν έχει ευαισθησίες… Γι’αυτό και όταν τα δίδει αλλού έχει απαιτήσεις, να τον γράψουν σαν ευεργέτη σε κάποια μαρμάρινη πλάκα  που είναι μεν  ανθρώπινο αλλά που όμως ποτέ του δεν δεν θα νιώσει αυτην την ιδιαίτερη εσωτερική αίσθηση που σε κάνει να ζείς σε ένα άλλο χώρο ποιοτικά και γευστικά ανώτερο.
Κάναμε τα ψώνια μας και επιστρέψαμε στη φάρμα. Τον υπόλοιπο χρόνο τον καταναλώσαμε με περιήγηση στην απέραντη κάτασπρη φύση και σε γνωστά χωριάτικα στέκια . Κόψαμε και τα δένδρα μας τα οποία φορτώσαμε στην σχάρα του τζίπ και επιστρέψαμε στην
βάση μας φορτωμένοι με ωραίες αναμνήσεις. Σε όλη την διαδρομή της επιστροφής η συζήτηση περιορίστηκε στο γεγονός που ζήσαμε .
MERRY CHRISTMAS  TO ALL.
captatsis@gmail.com

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here