By Nick Stamatakis

The history of Hellenes in America is beautifully illustrated by the music that was produced by the coming together of the two homelands, the two cultures, the Old World and the New. I have been following this journey for a long time, collecting information anywhere I could find it and storing it mostly in my memory; it proved to be a wonderful journey… Few people realize that many of the first “rebetika” /”bouzouki” songs were recorded in New York in the first part of the 20th century. Some may know that Maria Callas was born in New York but studied music in Athens and came back to New York to become the opera sensation we all know… From rebetika to opera and from Hadjidakis to Vangelis to Demi Roussos, to countless Byzantine music performances and recordings, to, fairly recently, Chris Spheeris’ “Culture”, the journey of Greek music and musicians in the New World is a very interesting and enjoyable story to explore… Helleniscope will proceed to a number of posts in the weeks and months to come presenting aspects of this story.

In the early 1960s chance had it that the best America has to offer in the world of music, Quincy Jones, met in New York with the absolute best that modern Greece has to offer, Manos Hadjidakis. The result was the production of a superb album of classical music, “Gioconda’s Smile”. Quincy Jones, who had moved to New York a few years earlier (1956), had landed a top job in 1961, as the first African-American to become vice-president of Mercury Records. In essence, in his late 20s and early 30s (born 1933) he was at the beginning of an illustrious career.  Hadjidakis had just won an Oscar in 1960 for “Never On Sunday”, a song that he considered something like a children’s song that he wrote in 4-5 minutes and he so disliked it that he did not bother to go get his Oscar!  The meeting of these two unique personalities must have been an amazing experience!

Here is how Hadjidakis himself describes his inspiration for writing “Gioconda’s Smile”:

In the course of a New York City parade, amidst bursts of music and colors and 5th Avenue flooded with people, I found myself one Sunday afternoon in the autumn of 1963. Then and there, I met a little woman walking all alone with a desperate indifference to what was happening around her; nobody noticed her, she noticed nobody; she was desolately alone in the unknown crowd shoving her, passing her by, heedless and hostile, leaving her to drown in the deep flood of the Avenue, inside that sea she was following, inside the wind beginning to blow.

I was riveted there, the only human being who noticed her. I tried to trail after her and follow her till I could get close enough to talk to her, without my knowing what I would say to her; but by the time I’d made up my mind, I’d lost sight of her. I ran a little way ahead, stood on tiptoe in hopes of catching sight of her again, but the big black sea of people had swallowed her up. Inside me, something started throbbing painfully. Without realizing it, I’d come to a stop outside Rizzoli’s Bookshop, and in the display window, exactly facing me, was a book about da Vinci with the Gioconda on the cover. Incredibly enigmatic, she smiled to me, automatically enlarged to the size of the woman who’d just disappeared down the street.

I don’t know why all these elements became strangely tangled inside myself, together with an exquisite motif by Vivaldi, which I had heard several days before this and which had continued ever since plaguing my memory tyrannically.

These ten songs were composed with a blend of despair and reminiscences. The theme is a solitary woman in the big city. Each song is a monologue of hers and all the songs together compose her story. A story which is modern and, yet at the same time, old.

ENJOY THE MUSIC… (More information below including track listing in Greek and English)



All tracks are written by Manos Hadjidakis.

1.“When The Clouds Come (GreekΌταν Έρχονται Τα Σύννεφα)”2:28
2.“The Soldier (GreekΟ Στρατιώτης)” (Not included in the Greek release)2:26
3.“The Virgin In My Neighborhood (GreekΗ Παρθένα της Γειτονιάς Μου)”2:59
4.“Countess Esterhazy (GreekΚοντέσα Εστερχάζυ)”2:55
5.“Rain (GreekΒροχή)”2:21
6.“The Athletes (GreekΟι Αθλητές)” (Not included in the Greek release)2:17
7.“The Concerto (GreekΤο Κοντσέρτο)”3:38
8.“Mr. Knoll (GreekΟ κ. Νολλ)”3:21
9.“Portrait Of My Mother (GreekΠροσωπογραφία Της Μητέρας Μου)”2:59
10.“The Assassins (GreekΟι Δολοφόνοι)”1:59
11.“Returning In The Evening (GreekΒραδυνή Επιστροφή)”2:40
12.“Dance With My Shadow (GreekΧορός Με Τη Σκιά Μου)”


Κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι που συνοδεύει το έργο

Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη, με μουσικές, με χρώματα και με πλημμυρισμένη από κόσμο την 5η Λεωφόρο, βρισκόμουν μια Κυριακή απόγευμα το φθινόπωρο του 1963 όταν συνάντησα μια γυναικούλα να περπατάει μοναχή με μιαν απελπισμένη αδιαφορία για ότι συνέβαινε γύρω της χωρίς κανείς να την προσέχει, χωρίς κανέναν να προσέχει, μόνη, έρημη μες στο άγνωστο πλήθος, που την σκουντούσε, την προσπερνούσε ανυποψίαστο, εχθρικό, αφήνοντας την να πνιγεί μες στη βαθιά πλημμύρα της λεωφόρου, μέσα στη θάλασσα που ακολουθούσε, μέσα στ’ αγέρι που άρχισε να φυσά.

Έμεινα στυλωμένος, ο μόνος που την πρόσεξε, κι έκαμα να την πάρω από πίσω, να την ακολουθήσω και πλησιάζοντάς την να της μιλήσω, χωρίς να ξέρω τι να της πω, μα ίσαμε ν’ αποφασίσω, την έχασα από τα μάτια μου. Έτρεξα λίγο μπρος, ανασηκώθηκα στα πόδια μου για να την ξεχωρίσω, μα η μεγάλη μαύρη θάλασσα του κόσμου την είχε καταπιεί. Μέσα μου κάτι σκίρτησε οδυνηρά. Χωρίς να καταλάβω, είχα σταθεί έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλλι και στη βιτρίνα του, απέναντί μου ακριβώς, βρισκόταν ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι με την Τζοκόντα στο εξώφυλλο του να μου χαμογελά απίθανα αινιγματική, αυτόματα μεγεθυμένη, όσο η γυναίκα που χάθηκε στο δρόμο.

Δεν ξέρω γιατί όλ’ αυτά μπερδεύτηκαν περίεργα μέσα μου, μαζί μ’ ένα εξαίσιο θέμα του Βιβάλντι που είχα ακούσει πριν από λίγες μέρες και που εξακολουθούσε να επανέρχεται τυραννικά στη μνήμη μου.
Τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ’ ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες στην μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί.

Κι αν το κάθε τραγούδι είχε στίχους, θα ‘λεγε περίπου αυτά

Τα σύννεφα πυκνά πυκνά μαζεύονται κι απειλούν την ισορροπία μου
σ’ έναν αβέβαιο κόσμο.
Ας μπορούσα να τα σταματήσω…
Ας μπορούσα να διαφύγω μέσα από μια στενή λουρίδα ουρανού.
Που θα με πήγαινε και ποιον θα συναντούσα εκεί;
Όμως τα σύννεφα έχουν μαυρίσει τον ορίζοντα,
την πόλη, την καρδιά μου και κάθε ελπίδα έχει χαθεί.
Τα σύννεφα είναι κατάρα κι απειλή. Τα σύννεφα με σκεπάζουν. Κι είναι σιωπή.

Απ’ το ανοιχτό παράθυρο μου κοιτάζω τα σύννεφα και πέφτουν στάλες χωρίς να καταλάβω αν είναι απ’ τα μάτια μου ή από τον ουρανό στα λουλούδια που καλλιεργεί στο δικό της παράθυρο η κοντέσσα Εστερχάζυ, ακριβώς κάτω από το δικό μου δωμάτιο. Ο γιος της κοντέσσας, μαθητής που διάβαζε στο παραθύρι, είδε τις στάλες, γύρισε και με κοίταξε και μου χαμογελάει. Η κοντέσσα έκλεισε βιαστικά το παράθυρο, τον πήρε μέσα και του δειξε τα σκυθρωπά πορτραίτα των προγόνων του θυμίζοντας του πως ποτέ ένας Εστερχάζυ δεν χαμογελάει στον ουρανό.

Την ίδια ώρα οι γείτονες μου, περίεργοι, έκπληκτοι και βιαστικοί, μαζευόντουσαν στην εκκλησιά να δουν το θαύμα που από στόμα σε στόμα είχε μαθευτεί. Η Παναγιά κλαίει. Τρέχω κι εγώ, μ΄ από τον κόσμο δεν μπορώ να μπω. Όλοι μιλούν με φόβο και με περιέργεια για το θαύμα. Είναι η μοναδική Παναγία της πολιτείας που κλαίει, κι είναι πολύ για τη μικρή κι ασήμαντη γειτονιά μας. Παρακαλώ για να μ αφήσουνε να μπω, θέλω να δω, με σπρώχνουν, με πατούν, πονώ, ίσαμε που άρχισα να κλαίω κι εγώ. Μα ξαφνικά σαν μ είδανε να κλαίω, όλοι τους γύρω μου φτιάξανε κύκλο και σιγά σιγά απομακρυνόντουσαν από κοντά μου ταραγμένοι αφήνοντας με μόνη στο κέντρο ενός κύκλου που ολοένα μεγάλωνε, κι εγώ να κλαίω και να γίνομαι ένα μικρό σημάδι της πολιτείας, ενώ αυτοί να φεύγουν και να χάνονται στους γύρω δρόμους ψελλίζοντας: Η Παναγία που κλαίει.

Τότες με είδε ο ουρανός κι έκλαψε κι αυτός.
Μια καταιγίδα ξέσπασε κραυγάζοντας κι ενώθηκε με τις κραυγές και τις δικές μου και καθενός που βρέθηκε σ΄ αυτή την πόλη μοναχός. Ίσαμε που ένα σφύριγμα σκίζει την πολιτεία στα δύο και ξεψυχάει στα πόδια μου, αφήνοντας να διαφανεί ο παλιός ήχος από ένα τσέμπαλο, που μεσ’ τη νύχτα με οδήγησε στο εσωτερικό ενός σιωπηλού σπιτιού -ενός σπιτιού που κατοικεί η μητέρα μου.

Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’ αγαπάει.
Θα ’θελε ν ’άχε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ και με κοιτάζει.
Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ, ούτε μπορεί να τη σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για κείνη.

Βρίσκομαι σε μιαν αίθουσα συναυλιών. Παίζουν Βιβάλντι και με το πρώτο θέμα βλέπω το κάθισμα πλάι μου αδειανό. Αρχίζω να σε φτιάχνω με την φαντασία μου και να σε βλέπω πλάι μου ν’ακούς μαζί μου μουσική. ‘Ομως έρχεται πάλι το πρώτο θέμα και μου δείχνει το κάθισμά σου αδειανό.

Σε ξαναφτιάχνω με αγωνία και για να μή μου φύγεις πιάνω το χέρι σου και στο κρατώ μες στο δικό μου, ίσαμε που ‘ρχεται ξανά το πρώτο θέμα κι αφήνει άδειο το κάθισμά σου.
Χαϊδεύω τ’ άδειο κάθισμα που ‘ναι ζεστό από το κορμί σου, αρχίζω πάλι πλάι μου να νιώθω την αναπνοή σου, αλλά το πρώτο θέμα οριστικά, τυραννικά κι’ απελπισμένα μου φανερώνει την αλήθεια. Εγώ είμαι μόνος, το κάθισμα άδειο κι εσύ δεν υπάρχεις.

Βγαίνοντας με πλησιάζει ένα ξανθό νέο παιδί. Όλοι από γύρω μας εξαφανίστηκαν και μείναμε μόνο οι δυο, κι αυτός να με κοιτάζει λίγο θλιμμένα και λίγο ειρωνικά. Μου λέγει:
«Είμαι μια περίπτωση Νέου, που θα ‘θελε να σας γνωρίσει». Του απαντώ πως είμαι ολομόναχη και πως δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ. Κι ήθελα τόσο πολύ μα δεν τολμούσα. Εκείνος μου χαμογέλασε, είπε «Κρίμα», και άφησε στα χέρια μου μια κάρτα του, μα ώσπου να δω τι έγραφε, είχε εξαφανιστεί.
Η κάρτα είχε εξαφανιστεί.
Η κάρτα είχε τυπωμένες δυο μόνο λέξεις: Νολλ, ο Θάνατος.

Αυτόματα γύρω μου αστράψανε φώτα πράσινα, κόκκινα, πορτοκαλλιά, ο κόσμος πηγαινοερχόταν, μου ρίχνανε ματιές που με κορόιδευαν, μου τρύπαγαν τα σωθικά, με τις φωνές τους πρόστυχες σκίζαν τα ρούχα μου, περνούσανε βελόνες στο κορμί μου, έτρεχα να γλυτώσω, μα από παντού ξεφύτρωναν οι Δολοφόνοι.

Τέλος βρέθηκα στην απομακρυσμένη γειτονιά μου, σκισμένη, ματωμένη και τσακισμένη, χωρίς ζωή, να περπατώ στον έρημο μα γνώριμο μου δρόμο, μ όλα τα σπίτια σιωπηλά, να με κοιτάζουν εχθρικά να προσπερνώ, θλιμμένη αβάσταχτα, γιατί δεν εσταμάτησα τη στιγμή που θέλησε η μητέρα μου, γιατί δεν είπα «ναι» στον κ. Νολλ, γιατί δεν άφησα να μ αφανήσουν οι δολοφόνοι.Τώρα ένας έναστρος μα παγωμένος ουρανός με συνθλίβει και με κάμει να τρέχω σούρνωντας τα βήματα μου προς το σπίτι μου.

Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.
Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.
Σκίζω το τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά κι οι μπάντες να χτυπάνε στους ρυθμούς ξέφρενα, ενώ εγώ χάνομαι μέσα στο χρόνο, μόνος, έρημος, μέσα από εκεί που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.
Γιατί ποτέ κανείς δεν θα γνωρίσει αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους

Μάνος Χατζιδάκις

Η αρχική έκδοση του δίσκου

02. LE SOLDAT – The soldier (Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ) *
Η ορχηστρική μορφή του τραγουδιού «Μές σ΄ αυτή τη βάρκα» από την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ (1960-61).
07. LE CONCERT – The concert (ΤΟ ΚΟΝΣΕΡΤΟ)
08. MR. KNOLL (Ο Κος ΝΟΛΛ)

* Δεν περιέχονται στην Ελληνική έκδοση του δίσκου

Πολύτιμη Βοήθεια:



Please enter your comment!
Please enter your name here