ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ
source – dimokratianews.gr

By Giorgos Charvalias (*)

It has been a full 64 years since Greece tied its fate to what initially seemed to be a promising European Economic Community of peoples and nations. Yet this project has evolved into today’s repugnant version of a Soviet-style supranational bureaucracy, officially headquartered in Brussels but effectively guided by Berlin.

Few probably remember that Greece’s long journey toward European integration didn’t actually begin in 1979—when the accession agreement was signed at the Zappeion—but much earlier, in 1961, when then-Prime Minister Konstantinos Karamanlis made Greece the first “associated” country with the Common Market of the original “Six.”

However, that decision wasn’t met with unanimous enthusiasm across political and academic circles. Serious intellectuals expressed reservations about the future of Orthodox Greece in a “Frankish” club. There were even early Eurosceptic voices, such as that of the distinguished nobleman from Skyros, Manos Faltaits, who published the journal “Odigitis” (unrelated to the KNE publication of the same name). At the time, he wrote a prophetic essay titled “Pan-Europe and the Common Market: The Harbinger of Our Economic Ruin and National Annihilation.”

In Odigitis, many intellectuals and writers of the era contributed, from the renowned Angelos Terzakis, to Father Pyrounakis, and Evangelos Papanoutsos, the reformer of the Greek education system.

These figures didn’t all share the same political background, but they had common patriotic concerns. They foresaw that “Romiosyne” (Greek cultural identity), as Papanoutsos put it, would fade into the mixture that would be created. “We will become ‘Europeans’ in thought, manners, and education, and in the end, our national assets—namely, our modern Greek language and our Orthodoxy—will not survive.”

At the same time, beyond concerns of cultural dilution, serious economists—not only from the left—warned that Greece’s productive base would be crushed under the weight of more industrialized countries. Their voices, foreseeing the coming nightmare, were welcomed even in academic journals such as the excellent monthly review Nea Oikonomia by Angelos Angelopoulos. Back then, no dissenting opinions were exiled from public discourse. There weren’t paid media outlets or academic and political “Euro-traffic cops” ready to burn at the stake anyone daring to question the dominant narrative.

Brilliant Greek minds already foresaw the impasse in the 1960s. Greece would receive generous financial aid in the course of European integration, but at the cost of abandoning essential productive sectors and development choices that could secure national self-sufficiency. Greek farmers and herders would temporarily benefit from subsidies (like today’s OPEKEPE payments, which often end up in the hands of opportunists), but Greek agri-food products would vanish even from the domestic market. Greek industry, without subsidies and incentives, would perish in a fiercely competitive environment.

In practice, the Greek people renounced their right to decide what kind of economic development they wanted and allowed others to choose on their behalf. Within a few decades, the country became a tourism colony defined by others, without a significant productive structure, energy autonomy, or export surplus. This absurdity was reinforced by the rise of a local caste of Euro-collaborators, who argue that foreigners should decide our future because we are “immature.” Alongside these “Euro-cravers” grew a class of modern profiteers who learned how to grab subsidies, feed off EU programs, get paid to promote the “European idea,” and obey directives from a faceless multinational bureaucracy—ultimately serving the interests of dominant states.

After the fall of the military regime, which had emphasized a model of self-sufficiency, the debate resumed—but was limited to sterile ideological clichés like “EEC and NATO, the same union,” until the political establishment as a whole decided EU accession was a one-way street.

The pivotal turning point that wiped out all prospects of autonomous development came with Greece’s rushed adoption of the common currency. This undermined the country’s productive base and mortgaged the future of Greek exports.

The bailout memoranda and the sell-off of national assets were merely the delayed “price” (a form of exemplary punishment) exacted by the EU’s influential players in return for allowing a “second-class” member into the club.

Today, participation isn’t even equal. Greece has no real say and accepts the role offered—essentially that of a Balkanized Dominican Republic, building hotels, importing waves of increasingly low-income tourists, producing nothing, exporting nothing. Meanwhile, imported illegal migrants are expected—supposedly—to solve the demographic problem.

But all this is more or less known. What’s striking now is that any counter-narrative to this grim role the EU reserves for us has been entirely suppressed. While countries like Bulgaria, even in its struggling state, openly question the euro, in Greece, the “one-way road” narrative persists. Anyone who even whispers that it might be time to “look at things differently” is ostracized. Apart from a few economists like the late Theodoros Katsanevas, Maria Delivani, Nikos Inglessis, or Dimitris Kazakis, whose views were demonized or silenced, no one dares publicly suggest we explore alternatives beyond the euro’s stranglehold. Even as a thought exercise, such ideas are nearly criminalized by the Euro-fed caste of politicians, journalists, and academics who see staying in our current miserable state as the only “realistic” path—so that we can say we “Stayed in Europe.”

But there is a fundamental difference today. Until recently, the problem was mainly economic. Now, it extends to existential issues, threatening the very survival of the Greek state. Greece is expected—without any right of dissent—to go along with decisions blatantly contrary to its national interest. Decisions involving self-preservation, like participating in wars that don’t concern us, or being blackmailed into ceding sovereignty to an age-old enemy.

For the first time since the Memoranda, the question is not just whether we should be in the common currency, but whether we should be in the European Union at all.


(*) Giorgos Charvalias is the author of the book “Jawohl! Blood, Oblivion, and Subjugation.”

===========

Το τίμημα του «Μένουμε Ευρώπη»

Του Γιώργου Χαρβαλιά*

 

Έχουν περάσει αισίως… 64 χρόνια από τότε που η Ελλάδα έδεσε την τύχη της με αυτό που ξεκίνησε ως πολλά υποσχόμενη Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα των λαών και εθνών, αλλά κατέληξε στη σημερινή απεχθή εκδοχή μιας σοβιετικού τύπου υπερεθνικής γραφειοκρατίας με τυπική έδρα τις Βρυξέλλες και ουσιαστικό υποβολέα το Βερολίνο.

Φαντάζομαι λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται ότι το μακρύ ταξίδι της ελληνικής ένταξης ξεκίνησε όχι το 1979, όταν υπογράφηκε η πράξη προσχώρησης στο Ζάππειο, αλλά πολύ νωρίτερα, το 1961, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός και τότε, κατέστησε την Ελλάδα την πρώτη «συνδεδεμένη» χώρα με την Κοινή Αγορά των «Έξι».

Εκείνη, όμως, η απόφαση δεν ήταν ακριβώς ομόθυμη σε όλες τις τάξεις του πολιτικού και ακαδημαϊκού φάσματος. Υπήρχαν σοβαρές προσωπικότητες που εξέφραζαν επιφυλάξεις για το μέλλον της Ορθόδοξης Ελλάδας σε μία λέσχη «Φράγκων», υπήρχαν και πρώιμες ευρωσκεπτικιστικές φωνές όπως του εξαιρετικού Σκυριανού ευπατρίδη Μάνου Φάλταϊτς που εξέδιδε την επιθεώρηση «Οδηγητής» (ουδεμία σχέση με το ομώνυμο έντυπο της ΚΝΕ) και εκείνη την εποχή έγραφε το προφητικό δοκίμιο με τίτλο «Πανευρώπη και Κοινή Αγορά: Ο προάγγελος της οικονομικής μας καταστροφής και της εθνικής μας εκμηδενίσεως».

Στον «Οδηγητή» έγραφαν πολλοί διανοούμενοι, λογοτέχνες και συγγραφείς της εποχής, από τον μοναδικό Άγγελο Τερζάκη μέχρι τον πρωτοπρεσβύτερο πατέρα Πυρουνάκη και τον αναμορφωτή του εκπαιδευτικού μας συστήματος Ευάγγελο Παπανούτσο.

Δεν είχαν όλοι κοινές πολιτικές καταβολές, αλλά μοιράζονταν τις ίδιες πατριωτικές ανησυχίες, προβλέποντας ότι η «Ρωμιοσύνη», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Παπανούτσος, θα σβήσει μέσα στο κράμα που θα δημιουργηθεί γιατί «θα γίνωμε “Ευρωπαίοι” στις αντιλήψεις, στους τρόπους, στη μόρφωση και στο τέλος δεν θα είναι δυνατόν να περισωθούν τα δικά μας εθνικά κεφάλαια, συγκεκριμένα και απλά, η νεοελληνική γλώσσα και η Ορθοδοξία μας».

Ταυτόχρονα με αυτούς που ανησυχούσαν για τον εθνικό εκφυλισμό υπήρχαν και πολύ σοβαροί οικονομολόγοι-όχι μόνο αριστερής απόκλισης-που εξέφραζαν σοβαρές ενστάσεις βλέποντας ότι η ελληνική παραγωγική βάση θα συνθλιβεί στις μυλόπετρες των βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών. Οι απόψεις αυτών των ανθρώπων, που διέγνωσαν από πολύ νωρίς τον εφιάλτη, φιλοξενούνταν χωρίς αποκλεισμούς και προκαταλήψεις ακόμα και σε έντυπα της αστικής ακαδημαϊκής διανόησης όπως η εξαιρετική μηνιαία επιθεώρηση «Νέα Οικονομία» του Άγγελου Αγγελόπουλου. Δεν υπήρχε «εξοστρακισμός» απόψεων γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν τότε πληρωμένα μέσα ενημέρωσης ή πανεπιστημιακοί και πολιτικοί «ευρω-τροχονόμοι» που θα έσπευδαν να ρίξουν στην πυρά ως «ψεκασμένο» όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει το κυρίαρχο αφήγημα.

Φωτεινά ελληνικά μυαλά που έβλεπαν μακριά είχαν συλλάβει, λοιπόν, το αδιέξοδο ήδη από τη δεκαετία του ’60. Στη διαδρομή της ευρωπαϊκής ενοποίησης η Ελλάδα θα έπαιρνε γενναία οικονομική στήριξη αλλά με αντάλλαγμα την παραίτηση από βασικούς παραγωγικούς τομείς και επιλογές ανάπτυξης που θα της εξασφάλιζαν αυτάρκεια. Οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι θα επωφελούνταν προσωρινά μέσα από ένα φάσμα επιδοτήσεων, όπως αυτές οι σημερινές του ΟΠΕΚΕΠΕ που κατέληξαν στην τσέπη των επιτήδειων, αλλά τα ελληνικά αγροτοδιατροφικά προϊόντα θα εξαφανίζονταν ακόμα και από την εσωτερική αγορά. Και η ελληνική βιομηχανία, χωρίς επιδοτήσεις και κίνητρα, θα έσβηνε μέσα σε ένα σκληρά ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Στην πράξη ο ελληνικός λαός παραιτήθηκε από το δικαίωμα να αποφασίζει τι είδους οικονομική ανάπτυξη επιθυμεί και επέτρεψε να επιλέγουν άλλοι τι είδους ανάπτυξη «του ταιριάζει». Έτσι, μέσα σε μερικές δεκαετίες, η πατρίδα μετατράπηκε σε ετεροπροσδιοριζόμενη αποικία μαζικού τουρισμού, χωρίς αξιόλογη παραγωγική συγκρότηση, ενεργειακή αυτονομία και εξαγωγικό πλεόνασμα. Κι αυτός ο παραλογισμός ενισχύθηκε με τη δημιουργία μίας εγχώριας κάστας ευρω-δωσίλογων, που υποστηρίζουν ότι καλύτερα να αποφασίζουν οι ξένοι για το μέλλον της χώρας, γιατί εμείς είμαστε «ανώριμοι». Μαζί με τους «ευρωλιγούρηδες» ανδρώθηκε και μία τάξη σύγχρονων «μαυραγοριτών», δηλαδή επιτήδειων που έμαθαν να αρπάζουν τις επιδοτήσεις, να σιτίζονται από κοινοτικά προγράμματα, να χρηματοδοτούνται για να προβάλουν την «ευρωπαϊκή ιδέα» και να υπακούν στις «ντιρεκτίβες» μιας απρόσωπης πολυεθνικής γραφειοκρατίας, που τελικά όμως υπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων «κυρίαρχων» κρατών.

Μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος που έδωσε έμφαση στο «μοντέλο αυτάρκειας» η κουβέντα ξανάρχισε, αλλά κινήθηκε σε στείρα ιδεολογικά στερεότυπα του τύπου «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», μέχρι που σύσσωμο το πολιτικό κατεστημένο της χώρας αποφάσισε ότι η ένταξη είναι μονόδρομος.

Το κρίσιμο σημείο καμπής που ασφαλώς εξανέμισε κάθε προοπτική αυτόνομης ανάπτυξης σφραγίστηκε με τη βιαστική ένταξη της Ελλάδας στο κοινό νόμισμα, που ναρκοθέτησε την παραγωγική βάση της εθνικής οικονομίας και υποθήκευσε το μέλλον των ελληνικών εξαγωγών.

Τα Μνημόνια και το ξεπούλημα της εθνικής περιουσίας ήταν απλώς το όψιμο «τίμημα» (υπό τη μορφή παραδειγματικής τιμωρίας) για την ανοχή των ισχυρών της Ε.Ε. στην ισότιμη συμμετοχή ενός κράτους «β’ κατηγορίας».

Σήμερα η συμμετοχή δεν είναι καν ισότιμη. Η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα λόγου και αρκείται στον ρόλο που της προσφέρουν με το αναπτυξιακό μοντέλο… Άγιου Δομίνικου σε βαλκανική εκδοχή. Δεν παράγει τίποτα, δεν εξάγει τίποτα, χτίζει μόνο ξενοδοχεία και εισάγει λεφούσια τουριστών, ολοένα και πιο χαμηλής εισοδηματικής στάθμης, που ευελπιστεί να της λύσουν το βιοποριστικό ζήτημα κατά την ίδια έννοια που οι εισαγόμενοι λαθρομετανάστες θα λύσουν-υποτίθεται-το δημογραφικό.

Αυτά, όμως, λίγο πολύ τα γνωρίζουμε. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο αντίλογος σε αυτόν τον θλιβερό ρόλο που μας επιφυλάσσει η Ε.Ε. έχει πλήρως απαγορευτεί. Την ώρα που σε χώρες ακόμα και αναξιοπαθούσες, όπως η γειτονική Βουλγαρία, διατυπώνονται τεκμηριωμένες αντιρρήσεις για την είσοδο στο «ευρώ», στην Ελλάδα ο «μονόδρομος» καλά κρατεί. Οποιοσδήποτε τολμήσει έστω και να ψιθυρίσει ότι ήρθε η ώρα να «το δούμε αλλιώς» απομονώνεται ως μίασμα. Προσωπικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις οικονομολόγων όπως ο μακαρίτης Θόδωρος Κατσανέβας, η Μαρία Δελιβάνη, ο Νίκος Ιγγλέσης ή ο Δημήτρης Καζάκης, οι απόψεις των οποίων δαιμονοποιήθηκαν ή αποσιωπήθηκαν, δεν γνωρίζω κανέναν που να υποστηρίζει δημόσια ότι θα πρέπει να εξετάσουμε εναλλακτικές λύσεις, έξω από την ασφυκτική ομηρία του ευρώ. Τέτοιες κουβέντες έστω και υπό τη μορφή «άσκησης εργασίας» σχεδόν ποινικοποιούνται από την ευρωσιτιζόμενη κάστα πολιτικών, δημοσιογράφων, αλλά και ακαδημαϊκών που βλέπουν ως μόνη ρεαλιστική λύση να μείνουμε στα χάλια που είμαστε για να λέμε ότι «Μείναμε Ευρώπη».

Υπάρχει, όμως, μία θεμελιώδης διαφορά. Μέχρι χθες το πρόβλημα ήταν κατά βάση οικονομικό. Σήμερα, δυστυχώς, επεκτείνεται σε υπαρξιακά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την επιβίωση του ελληνικού κράτους. Γιατί πλέον η Ελλάδα χωρίς κανένα δικαίωμα αντίρρησης καλείται να συμμετέχει σε αποφάσεις εξόφθαλμα αντίθετες με τα εθνικά της συμφέροντα. Αποφάσεις που αγγίζουν χορδές αυτοσυντήρησης, όπως η συμμετοχή σε πολεμικές περιπέτειες που δεν μας αφορούν ή ο εκβιασμός για εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας στον προαιώνιο εχθρό. Για πρώτη φορά δηλαδή από την περίοδο των Μνημονίων το ερώτημα δεν αφορά τη συμμετοχή μας στο κοινό νόμισμα, αλλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή καθεαυτή…

* Ο δημοσιογράφος Γιώργος Χαρβαλιάς είναι συγγραφέας του βιβλίου «Γιαβόλ! Αίμα, Λήθη και Υποτέλεια».

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here