By Basile Polydoulis
Death is always a sorrowful event, even if it comes in deep old age, at the end of a very long life; but if it comes in the early prime of life or the bud of youth, the pain and anguish it brings is far greater. If the deceased happens to be the only hope of support and sustenance of a family or widowed mother, as was the case with the widow of Nain, then death becomes a real tragedy. This is what the wise Sirach had in mind when he wrote, “O death, how bitter is the memory of you to a man at peace with his possessions, to a man without distractions and prosperous in everything…” (Sirach 44:1).
The inhabitants of Nain would have certainly thought the same, when in large numbers they accompanied the funeral procession of a young man, who was the only son of a widow. These people lived in the pre-Christian period, when death was for everyone a descent into the darkness of Hades; but after the redemptive sacrifice of Christ, death ceased to be so dreadful. Addressing the subject of death, St. John Chrysostom exclaims, “Christ is risen, and you [O, Death] are cast down.”
Nevertheless, while death is inevitable and a natural end to every human life, and while Christ’s redemptive sacrifice became the passageway from death to everlasting life, death does not cease to shock, agonize and grieve us all, as it remains something contrary to human nature. This is because when God created Mankind, they were instilled with the desire for eternal life and were never meant to know death. Unfortunately, for Man, sin entered his reality and, as it were, thwarted God’s all-wise and most benevolent plan. Man, whom God had adorned with so many gifts and destined for eternal joy and glory, was envied by the devil, who, with great malice led him into sin, and through sin, to death, which is the separation of the soul from the body. Thus, because of sin, “the most natural bond” of soul and body was violently severed and dissolved.
God had warned the first created beings of this consequence while they were still in Paradise. He had given them a very simple and easy command to keep. Its purpose was to train them in divine humility and obedience, so as to lead them along the path of virtue, and union with God. To prove themselves, they were forbidden to eat the fruit of one single tree. He warned them that if they violated this commandment they would die. Thus, God warned them saying, “On the day you eat of this [forbidden] fruit you will surely die” (Gen. 2:17). Despite this caution, the most cunning and deceitful devil, the inventor and “father of lies” (John 8:44), led them into violation of the divine command, and making them worthy of spiritual death (separation from God), he brought physical death upon them also.

The divinely inspired Book of the Wisdom of Solomon proclaims, “For God created man for immortality and made him an image of His own eternity. But death entered the world by the envy of the devil…” (2:23-24). That is, the Almighty God had given man the ability to remain incorruptible and immortal, to never know death. He created him according to His own image, but because of the envy of the devil, death entered and reigned in the world and in the human race. The Apostle Paul thunders the same truth when he writes, “through one man sin entered the world, and death through sin” (Rom. 5:12). With the transgression of the first created beings, sin entered the human race, and subsequently physical death. If it were not for the redemptive sacrifice of Christ, physical death would have been followed by eternal death, the eternal separation of man from God. Therefore, the sacrifice of Christ was a priceless gift for Humanity, thanks to which the removal of sins, justification and sanctification are granted, and Man again became a child of God and an heir to the Kingdom of Heaven (1 Cor. 2:9).
However, we must say something more. Death is certainly a self-inflicted punishment and consequence of sin; but it is also the surest path to repentance and man’s return to God. When the hour of death approaches, that is when the dying sinner comes to his senses. As he experiences the severance of his ties to this earthly life, one by one, with no possibility for them to be re-established, eternity opens up before him: either as the ever-blessed everlasting life close to God, or as the most painful eternal separation away from Him. This reality brings the dying man to his senses, and he feels the pressing need to prepare for this journey. He repents of his previous sinful life. He asks for God’s mercy, confesses, partakes of the Holy Mysteries, and thus, spiritually prepared, he faces death with the sure hope that he will be transported by the angels to the Kingdom of Heaven.
This is what the Apostle Paul had in mind when he exclaimed, “O, Death, where is your sting? O, Hades, where is your victory? … but thanks be to God, who gives us the victory through our Lord Jesus Christ” (1 Cor. 15:55-57).
=================

Το Μυστήριον του Θανάτου
Του Βασιλείου Πολυδούλη
Πάντοτε ο θάνατος αποτελεί ένα θλιβερό γεγονός, έστω κι αν έρχεται στο τέλος μιας μακράς και γεροντικής πλέον ηλικίας. Όταν, όμως, έρχεται να θέσει τέρμα σε άτομα νεαράς ηλικίας, η της πρώτης αντρικής, τότε η οδύνη που προκαλεί είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αν, μάλιστα, ο εκδημών συμβαίνει να είναι η μοναδική, κατά το ανθρώπινον, ελπίδα, στήριγμα του οίκου και μάλιστα χήρας μητρός, όπως ήταν η χήρα της Ναϊν, τότε ο θάνατος αποκτά ιδιαίτερη τραγικότητα. Γενικότερα, κάτι τέτοιο είχε υπ’ όψιν του ο σοφός Σειράχ όταν έγραφεν, «Ω θάνατε, ως πικρόν σου το μνημόσυνόν έστιν ανθρώπω ειρηνεύοντι εν τοις υπάρχουσιν αυτού, ανδρί απερισπάστω και ευοδουμένω εν πάσι …» (Σειράχ μα’ 1).
Ασφαλώς, το ίδιο θα εσκέπτοντο και οι κάτοικοι της Ναϊν, οι οποίοι σε μεγάλο αριθμό συνόδευαν την εκφοράν ενός νεανικού, ο οποίος ήταν μονογενής υιός μιας χήρας. Ζούσαν αυτοί εις την προχριστιανική περίοδο, που ο θάνατος ήταν για όλους κάθοδος στο σκοτεινό Άδη. Έπειτα, όμως, από την λυτρωτική θυσία του Χριστού, έπαυσε να είναι τόσο συγκλονιστικό γεγονός. Και ο ιερός Χρυσόστομος, προσφονών τον θάνατον, διαλαλεί, «Ανέστη Χριστός κι συ καταβέβλησαι».
Πάντως, όσον και αν ο θάνατος είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός, φυσικόν τέρμα κάθε ανθρώπινης ζωής, όσον και αν με την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού έγινε η θύρα, διά της οποίας εισέρχεται ο άνθρωπος εις την αιώνια ζωή του, δεν παύει εν τούτοις να είναι ένα συγκλονιστικό γεγονός, κάτι αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Διότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπον και του ενεφύτευσε τον πόθο να ζει αιώνιος· να μη γνωρίσει ποτέ τον θάνατον. Αλλά, δυστυχώς, για τον άνθρωπον, εισήλθε η αμαρτία και σαν να ματαίωσε το πάνσοφο και αγαθότατο σχέδιο του Θεού. Ο διάβολος εφθόνησε τον άνθρωπον, που ο Θεός τον είχε στολίσει με τόσα χαρίσματα και τον προόριζε για την αιώνια δόξα και χαρά, και με μοχθηρία τον παρέσυρε στην αμαρτία. Διά της αμαρτίας δε, τον οδήγησε στον θάνατο, στο χωρισμό δηλαδή, της ψυχής από του σώματος, και έτσι «ο φυσικότατος δεσμός» ψυχής και σώματος θραύτηκε και καταλύθηκε.
Κάτι τέτοιο είχε προείπει ο Θεός στους πρωτόπλαστους όταν ήσαν μέσα στον Παράδεισο. Τους είχε δώσει μια ελαφρότατη εντολή με τον σκοπό να τους παιδαγωγήσει εις την υπακοή των θείων εντολών Του και να τους χειραγωγήσει εις τον δρόμο των αρετών. Τους απαγόρευσε, δηλαδή, να φάγουν των καρπόν ενός μόνον δέντρου. Τους προειδοποίησε δε, ότι αν παραβούν την εντολήν Του αυτήν θα πεθάνουν. Τους είπε, «η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. β’ 17). Ο δολιότατος, όμως, διάβολος, ο εφευρέτης και «πατήρ του ψεύδους» (Ιωαν. η’ 44), ο πανουργότατος, τους παρέσυρε εις την παράβασιν της θείας εντολής και τους κατέστησε άξιους θανάτου. Τους έσπρωξε εις τον σωματικόν θάνατον.

Εις το θεόπνευτον βιβλίον της Σοφίας Σολομώντος, διακηρύσσεται, «ότι ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον επ’ αφθαρσία και εικόνα της ιδίας ιδιότητος εποίησεν αυτόν· φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (β’ 23-24). Δηλαδή, ο Πανάγαθος Θεός είχε δώσει την δυνατότητα εις τον άνθρωπον να μείνει άφθαρτος και αθάνατος· να μη γνωρίσει ποτέ τον θάνατον. Τον έπλασε σύμφωνα με την ιδικήν του εικόνα. Αλλά εξ’ αιτίας του φθόνου του διαβόλου εισήλθε και εκυριάρχησεν ο θάνατος εις τον κόσμον, εις το ανθρώπινο γένος. Την ίδια αλήθεια βροντοφωνεί και ο Απόστολος Παύλος γράφων ότι «δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. ε’ 12). Με την παράβασιν των πρωτοπλάστων, εισήλθεν η αμαρτία εις το ανθρώπινο γένος, και στη συνέχεια ο σωματικός θάνατος. Εάν δε, δεν πραγματοποιείτο η λυτρωτική θυσία του Χριστού, θα επακολουθούσε τον σωματικόν θάνατον ο αιώνιος θάνατος, ο αιώνιος χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεόν. Ανεκτίμητον, λοιπόν, δώρον διά το ανθρώπινο γένος υπήρξεν η θυσία του Χριστού, χάρις εις την οποίαν δίδεται η αφαίρεσης των αμαρτιών, η δικαίωσης και ο αγιασμός, και ξαναγίνεται ο άνθρωπος τέκνον του Θεού και κληρονόμος των αγαθών του Παραδείσου (Α’ Κορ. β’ 9).
Πρέπει, όμως, να πούμε και κάτι άλλο· ότι ο θάνατος αποτελεί βέβαια ποινή και συνέπεια της αμαρτίας. Είναι, όμως, και το άριστον παιδαγωγικόν μέσον επιστροφής του ανθρώπου προς τον Θεόν. Δηλαδή, όταν πλησιάζει η ημέρα και η ώρα του θανάτου, τότε ο αμαρτωλός άνθρωπος συνέρχεται. Βλέπει ότι οι δεσμοί του με τον επίγειον κόσμον, ο ένας μετά τον άλλον, κόβονται οριστικά πλέον, χωρίς και να είναι δυνατόν να επανασυνδεθούν. Εμπρός του ανοίγεται η αιωνιότης: η η μακαρία πλησίον του Θεού ζωή, η ο αιώνιος και οδυνηρότατος αποχωρισμός από τον Θεόν. Βλέποντας αυτήν την πραγματικότητα, ο ετοιμοθάνατος συνέρχεται, αισθάνεται την ανάγκην να ετοιμασθεί για το αιώνιο ταξίδι. Μετανοεί για τον προηγούμενο αμαρτωλό του βίο. Ζητεί το έλεος του Θεού, εξομολογείται, κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, και έτσι πνευματικά παρασκευασμένος, αντικρίζει τον θάνατον με την βέβαια ελπίδα ότι θα μεταφερθεί από τους αγγέλους εις την βασιλείαν των ουρανών.
Αυτά είχε υπ’ όψιν του ο Απόστολος Παύλος όταν διαλαλούσε, «που σου θάνατε, το κέντρον; Που σου Άδη το Νίκος; … τω δε Θεώ χάρις τω διδόντι ημίν το νίκος διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α’ Κορ. ιε’ 55-57). Δηλαδή, «Που είναι, θάνατε, το φαρμακερό κεντρί σου; Που είναι, Άδη, η νίκη σου; … ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Θεός, ο Οποίος δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δίνε σε μας την νίκην».




Thank you Basile —
beautiful article reminding us why the great monastics always say:
“I’m dead to the world!”
+ Jesus holy prayer He says:
“Be In the world,
but Not of this world”🌼🕊️